Η σφαγή των Καλαβρύτων

Η γερμανική 117η Μεραρχία Καταδρομών, οι δυνάμεις της Βέρμαχτ, και οι ντόπιοι συνεργάτες

Σαν σήμερα στις 13 Δεκεμβρίου του 1943, στρατιώτες της γερμανικής 117ης Μεραρχίας Καταδρομών, δυνάμεις της Βέρμαχτ και ντόπιοι συνεργάτες τους, εκτελούν σχεδόν όλους τους κατοίκους των Καλαβρύτων.

Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.

Οι Γερμανοί αιχμάλωτοι δεν είχαν εκτελεστεί (εκτελέστηκαν μεταξύ 13/12/1943 και 15/12/1943 μετά από εντολή των Βρετανών προς το σμήναρχο Μίχο), πράγμα που σημαίνει πως το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων εξυπηρετούσε για τις δυνάμεις κατοχής στρατιωτικούς σκοπούς ανεξάρτητους από την τύχη των αιχμαλώτων και δεν ήταν αντίποινα προς τους αντάρτες για την «εκτέλεση» των αιχμαλώτων.
Ο ΕΛΑΣ επιδίωξε να διαπραγματευτεί την ανταλλαγή των αιχμαλώτων με ανθρώπους της Αντίστασης που είχαν στα χέρια τους οι ναζί αλλά οι διαπραγματεύσεις δεν κατέληξαν σε αποτέλεσμα. Επιπλέον, η βρετανική στρατιωτική αποστολή στα ελληνικά βουνά και το Συμμαχικό Στρατηγείο στη Μέση Ανατολή είχαν εκφράσει αντίθεση στις εν λόγω διαπραγματεύσεις.

Τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).
Το ρολόι της πόλης έδειχνε δυο και τριαντατέσσερα λεπτά, όταν στον λόφο Καπή πάνω από τα Καλάβρυτα ήχησε το πρώτο από τα τρία μυδραλιοβόλα. Όταν και τα τρία έπαψαν, 700 άτομα – σχεδόν όλος ο ανδρικός πληθυσμός της πόλης – είχαν εκτελεσθεί.

Η περιοχή των Καλαβρύτων και της Αιγιαλείας είχε αναπτύξει ισχυρή αντιστασιακή δράση, ήδη από τις αρχές του 1943. Ο γερμανικός στρατός της Βέρμαχτ άρχισε να ανησυχεί για το επαναστατικό κλίμα, το οποίο ενδυναμωνόταν συνεχώς και θέλησε να το περιορίσει με μια οργανωμένη εκκαθαριστική επιχείρηση.

Οι καμπάνες της κεντρικής Εκκλησίας ήχησαν και οι Γερμανοί αξιωματικοί διέταξαν όλους τους κατοίκους να συγκεντρωθούν στο δημοτικό σχολείο της κωμόπολης, έχοντας μαζί τους μία κουβέρτα και τρόφιμα μιας ημέρας. Στα σκαλοπάτια του σχολείου έγινε ο διαχωρισμός με τα γυναικόπαιδα να παραμένουν στο σχολείο, ενώ όλος ο ανδρικός πληθυσμός ηλικίας άνω των 14 χρονών οδηγήθηκε σε φάλαγγες στην κοντινή Ράχη του Καπή (στο «χωράφι του Καπή»).

Το χωράφι αυτό ήταν μια επικλινής τοποθεσία σε σχήμα αμφιθεάτρου από το οποίο κανείς δεν μπορούσε να γλιτώσει, ενώ παράλληλα είχε πλήρη θέα της πυρπόλησης και καταστροφής των περιουσιών και των σπιτιών του χωριού. Την ώρα που οι άντρες έπεφταν νεκροί, τα γυναικόπαιδα παγιδεύτηκαν στο δημοτικό σχολείο, το οποίο είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Ο καπνός που έπνιγε την ατμόσφαιρα τους έδωσε τη δύναμη να σπάσουν την πόρτα και να ξεχυθούν στα αιματοκυλισμένα Καλάβρυτα.

Από τους υπεύθυνους αξιωματικούς που διέταξαν τη σφαγή, μόνο ο Φέλμυ καταδικάστηκε στην Νυρεμβέργη, στην λεγόμενη δίκη των στρατηγών της ΝΑ Ευρώπης, και εξέτισε τρία χρόνια στην φυλακή για μια πράξη που δεν διέταξε και δεν γνώριζε, είχε όμως διατάξει γενικώς παρόμοια «μέτρα εξιλασμού».

Ο Λε Σουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1955 και κηδεύτηκε στην γενέτειρά του στην Βαυαρία με πλήρεις στρατιωτικές τιμές. Ο Εμπερσμπέργκερ πέθανε στο Ανατολικό Μέτωπο. Ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972 σε ηλικία 67 ετών. Ο Νταίνερτ πέθανε στην Αυστρία το 1979 σε ηλικία 64 ετών.

«Τα γερμανικά στρατεύματα υποβοηθούμενα από τις ελληνικές ομάδες ασφαλείας πέτυχαν να καθαρίσουν τα Καλάβρυτα και κατέστρεψαν τα πάντα στην πορεία τους».

Με αυτή τη φράση, που αποκαλύπτει για πρώτη φορά και την ελληνική συμμετοχή στη σφαγή των Καλαβρύτων, αρχίζει το τηλεγράφημα που έστειλε από το Κάιρο στις 22 Δεκεμβρίου 1943 ο Βρετανός διπλωμάτης κ. Λίπερ προκειμένου να ενημερώσει την ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων.

(Δημήτρης Βουρτσιάνης: «Ενθυμήματα από την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο», εκδόσεις «Παρασκήνιο», σελ. 137)

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Λαμπρόπουλου, αυτοί προέρχονταν από τα τάγματα «Λεωνίδας» από τη Λακωνία, ομάδες από την Ηλεία και την Κόρινθο, ενώ μεταφέρθηκαν και ομάδες ταγματασφαλιτών από τη Θήβα και τα Μέγαρα.  Ακόμη 300 ταγματασφαλίτες είχαν ακολουθήσει τη μονάδα AA 116 των ποδηλατιστών από τη Μεγαλόπολη. Στους Έλληνες ταγματασφαλίτες δόθηκε ρουχισμός και οπλισμός από τις αποθήκες της Βέρμαχτ στο Αίγιο και την Πάτρα. Δεν τους δόθηκαν όμως κράνη, παρά μόνο τζόκεϊ, ώστε να ξεχωρίζουν από τους Γερμανούς στρατιώτες.

Κανείς τους δεν λογοδότησε ενώπιον της Δικαιοσύνης, όπως και κάνεις από τους ντόπιους συνεργάτες τους μετά την προστασία που τους προσέφερε ο Τσόρτσιλ μέσω του στρατηγού Σκόμπυ ως «χρήσιμους» για την αντιμετώπιση του ΕΑΜ και φυσικά τη χάρη που τους έδωσε όλους ο «Εθνάρχης» Καραμανλής μαζί με συντάξεις «εθνικής αντίστασης».